Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Ψυχιατρικής που πραγματοποιήθηκε στη Πράγα, η Δρ Μαρία Τσιάκα, πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, παρουσίασε μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για τον ρόλο των πατέρων στη θεραπεία της νευρικής ανορεξίας. Η μελέτη εξετάζει την επίδραση της παρέμβασης TBT-S σε πατέρες νεαρών ενηλίκων με νευρική ανορεξία και αναδεικνύει τη σημασία της πατρικής εμπλοκής στη θεραπευτική διαδικασία. Η παρέμβαση TBT-S είναι ένα εντατικό πολυοικογενειακό πρόγραμμα τεσσάρων ημερών για άτομα με νευρική ανορεξία και τα υποστηρικτικά τους πρόσωπα. Η προσέγγιση αυτή συνδυάζει τη νευροβιολογική κατανόηση της διαταραχής με την οικογενειακή συμμετοχή στη θεραπεία, με στόχο τη βελτίωση της κατανόησης της νόσου, της οικογενειακής λειτουργικότητας και της ουσιαστικής εμπλοκής των φροντιστών στη θεραπευτική πορεία. Πρόκειται για μια σημαντική αλλά έως σήμερα περιορισμένα μελετημένη διάσταση της θεραπευτικής διαδικασίας, καθώς η διεθνής βιβλιογραφία έχει εστιάσει κυρίως στον ρόλο των μητέρων. Όπως εξηγεί η Μ. Τσιάκα στη συνέντευξη που ακολουθεί, η νευρική ανορεξία αποτελεί μία σοβαρή ψυχική διαταραχή, με σημαντικούς ιατρικούς κινδύνους και έντονο αντίκτυπο όχι μόνο στους ασθενείς αλλά και στις οικογένειές τους. Η ενεργός συμμετοχή των γονέων στη θεραπεία θεωρείται καθοριστική, καθώς οι φροντιστές συχνά βιώνουν αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση και εμπλέκονται σε συμπεριφορές που, άθελά τους, μπορεί να συντηρούν τα συμπτώματα της νόσου.
1. Κυρία Τσιάκα, πώς προέκυψε η ιδέα να εστιάσετε συγκεκριμένα στους πατέρες και όχι στους γονείς γενικότερα;
Η ιδέα προέκυψε μέσα από τη μελέτη της αποτελεσματικότητας του πρωτοκόλλου TBT-S στους γονείς ασθενών με νευρική ανορεξία. Κατά την ανάλυση των δεδομένων, διαπιστώσαμε ότι η εμπειρία και η ανταπόκριση των πατέρων παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και άξιζε να διερευνηθεί πιο στοχευμένα. Παρότι στη θεραπεία της νευρικής ανορεξίας μιλάμε συχνά για τους γονείς ως ενιαία ομάδα, οι πατέρες μπορεί να βιώνουν τη θεραπευτική διαδικασία με διαφορετικό τρόπο και να έχουν διαφορετικές ανάγκες υποστήριξης. Έτσι, θελήσαμε να φωτίσουμε πιο συγκεκριμένα τον ρόλο τους, την ψυχική τους επιβάρυνση και τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκονται στη θεραπεία του παιδιού τους.
2. Γιατί η διεθνής βιβλιογραφία έχει αγνοήσει τόσο καιρό τον ρόλο των πατέρων στη θεραπεία της νευρικής ανορεξίας;
Δεν θα έλεγα ότι η διεθνής βιβλιογραφία αγνόησε σκόπιμα τους πατέρες, αλλά ότι για πολλά χρόνια ο ρόλος τους δεν μελετήθηκε με την ίδια συστηματικότητα όπως ο ρόλος των μητέρων. Παραδοσιακά, η φροντίδα του παιδιού και η καθημερινή διαχείριση της νόσου μέσα στην οικογένεια συνδέθηκαν περισσότερο με τη μητέρα, η οποία συχνά ήταν και το πρόσωπο που συμμετείχε πιο ενεργά στις θεραπευτικές συνεδρίες. Έτσι, η έρευνα στις διατροφικές διαταραχές επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στις μητέρες ή αντιμετώπισε τους «γονείς» ως ενιαία ομάδα, χωρίς να αναδεικνύει τις ιδιαίτερες εμπειρίες και ανάγκες των πατέρων. Ωστόσο, οι πατέρες έχουν έναν εξίσου σημαντικό, αλλά συχνά λιγότερο ορατό, ρόλο στη θεραπευτική διαδικασία. Μπορεί να εκφράζουν τη δυσκολία τους με διαφορετικό τρόπο, να υιοθετούν έναν πιο πρακτικό ή υποστηρικτικό ρόλο, ή να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν και να επικοινωνήσουν τη δική τους συναισθηματική επιβάρυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι επηρεάζονται λιγότερο από τη νόσο του παιδιού τους. Αντίθετα, δείχνει ότι η δική τους εμπειρία χρειάζεται να διερευνηθεί πιο στοχευμένα. Η μελέτη των πατέρων μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα πώς βιώνουν τη νευρική ανορεξία μέσα στην οικογένεια και πώς μπορούν να υποστηριχθούν ώστε να εμπλακούν πιο ενεργά και αποτελεσματικά στη θεραπεία.
3. Το εύρημα ότι οι πατέρες εμφάνισαν αυξημένο άγχος και κατάθλιψη μετά το πρόγραμμα σας εξέπληξε ή το περιμένατε;
Ήταν ένα εύρημα που δεν το περιμέναμε και αρχικά μας προβλημάτισε, καθώς θα ανέμενε κανείς ότι μετά από μια παρέμβαση οι δείκτες άγχους και κατάθλιψης θα μειώνονταν. Ωστόσο, εξετάζοντάς το πιο προσεκτικά, η αύξηση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα επιδείνωση, αλλά μπορεί να αντανακλά μια διαδικασία μεγαλύτερης συνειδητοποίησης.
Μέσα από το πρόγραμμα, οι πατέρες αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητα της νευρικής ανορεξίας, τις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί τους, αλλά και τη σημασία του δικού τους ρόλου στη θεραπευτική διαδικασία. Αυτή η αυξημένη επίγνωση μπορεί προσωρινά να εντείνει τη συναισθηματική τους επιβάρυνση, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με την πολυπλοκότητα και τις απαιτήσεις της νόσου. Επομένως, παρότι το εύρημα ήταν απρόσμενο, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη μεγαλύτερης ενεργοποίησης και εμπλοκής των πατέρων στη θεραπεία, παρά ως απλή αρνητική έκβαση της παρέμβασης.
4. Πώς εξηγείτε στους ίδιους τους πατέρες ότι το να νιώθουν χειρότερα μετά την παρέμβαση μπορεί να είναι θετικό σημάδι;
Τους εξηγούμε ότι το να έρθει κανείς σε επαφή με τη δυσκολία δεν είναι πάντα άμεσα ανακουφιστικό. Μερικές φορές, όταν ένας γονέας αρχίζει να κατανοεί βαθύτερα τη διαταραχή, τον ρόλο του και τις ανάγκες του παιδιού του, μπορεί να νιώσει μεγαλύτερη αγωνία. Αυτό όμως μπορεί να είναι ένα πρώτο βήμα αλλαγής. Η συναισθηματική κινητοποίηση δείχνει ότι ο πατέρας δεν μένει αποστασιοποιημένος, αλλά αρχίζει να εμπλέκεται πιο ενεργά και πιο ουσιαστικά στη θεραπευτική διαδικασία.
5. Αλλάζει κάτι στη δυναμική με τον πατέρα όταν το παιδί με ανορεξία είναι αγόρι;
Ναι, μπορεί να αλλάζει. Όταν το παιδί είναι αγόρι, συχνά ενεργοποιούνται διαφορετικά ζητήματα που σχετίζονται με την ταυτότητα φύλου, την εικόνα σώματος, τις κοινωνικές προσδοκίες και τα στερεότυπα γύρω από την ανδρικότητα. Η νευρική ανορεξία θεωρείται ακόμη, λανθασμένα, από πολλούς ως «γυναικεία» διαταραχή, γεγονός που μπορεί να δυσκολεύει τόσο την αναγνώριση όσο και την αποδοχή του προβλήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο πατέρας μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο στη στήριξη του παιδιού, αλλά και στην αποδόμηση στερεοτύπων γύρω από το φύλο, το σώμα και την ψυχική υγεία.
6. Τι σήμαινε για το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών η παρουσίαση αυτής της έρευνας στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ψυχιατρικής;
Η παρουσίαση της έρευνας στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ψυχιατρικής ήταν ιδιαίτερα σημαντική για το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών, γιατί ανέδειξε σε διεθνές επίπεδο μια πλευρά της θεραπείας που συχνά παραμένει στο περιθώριο: τη συμμετοχή και την ψυχική επιβάρυνση των πατέρων. Για εμάς, αποτέλεσε αναγνώριση της κλινικής και ερευνητικής δουλειάς που γίνεται στην Ελλάδα στον χώρο των διατροφικών διαταραχών. Παράλληλα, ήταν μια ευκαιρία να συμβάλουμε στον διεθνή διάλογο για πιο συμπεριληπτικές και οικογενειοκεντρικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπου και οι δύο γονείς αναγνωρίζονται ως σημαντικοί σύμμαχοι στη θεραπεία.







