Την ανάγκη για
συντονισμένη και διατομεακή αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και των συναφών
νοσημάτων αναδεικνύει νέα μελέτη που εκπονήθηκε από τον ΟΗΕ, κατόπιν ανάθεσης
της EFPIA, σε 8 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Όπως δημοσιεύει ο ΣΦΕΕ,
το 56% του πληθυσμού στην Ευρώπη (2024) και ένα στα τρία παιδιά είναι υπέρβαρο
ή ζει με παχυσαρκία, νόσος που συνδέεται με 278.000 θανάτους και 8 εκατ. χαμένα
έτη υγιούς ζωής. Ο αντίκτυπος του αυξημένου ΔΜΣ ξεπερνά τον τομέα της υγείας,
καθώς το ετήσιο σχετικό κόστος αντιστοιχεί στο 0,6-1,4% του ΑΕΠ
στις 8 χώρες που εξετάστηκαν.
Συγκεκριμένα για την Ελλάδα,
το αυξημένο σωματικό βάρος και η παχυσαρκία συνδέονται με ετήσια οικονομική
επιβάρυνση €3,4 δισ., ή €328 ανά κάτοικο (περίπου 1,4% του ΑΕΠ), ξεπερνώντας
τις δαπάνες για στέγαση. Τα €2,3 δισ. (68%) αφορούν άμεσες δαπάνες υγείας
(διαβήτη, μυοσκελετικά και καρδιαγγειακά) και τα €1,1 δισ. (32%) έμμεσες
απώλειες (απουσίες από την εργασία, μειωμένη παραγωγικότητα, φροντίδα ασθενών,
οικονομική αδράνεια λόγω ασθένειας και πρόωρη θνησιμότητα).
Από την έκθεση προκύπτουν
πέντε βασικές συστάσεις που αφορούν την επίσημη αναγνώριση της
παχυσαρκίας ως χρόνιας νόσου, την αντιμετώπιση του στίγματος, την καλύτερη
πρόσβαση στην πρόληψη και τη θεραπεία, την ισχυρότερη τεκμηρίωση για επενδύσεις
και την ένταξη της παχυσαρκίας στο Σχέδιο EU Safe Hearts.
Ο Μ. Χειμώνας,
γενικός διευθυντής ΣΦΕΕ, δήλωσε: «Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι η
παχυσαρκία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας, με
σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στην υγεία και την ποιότητα ζωής των πολιτών, αλλά
και στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας, την παραγωγικότητα και την κοινωνική
συνοχή. Η αντιμετώπισή της απαιτεί μια νέα, ολιστική προσέγγιση, χωρίς
προκαταλήψεις και στιγματισμό, που θα αναγνωρίζει την παχυσαρκία ως χρόνια νόσο
και θα επενδύει στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και την ολοκληρωμένη,
επιστημονικά τεκμηριωμένη φροντίδα. Με τη συνεργασία της Πολιτείας, της
επιστημονικής κοινότητας και όλων των εμπλεκόμενων φορέων, μπορούμε να
βελτιώσουμε ουσιαστικά τα αποτελέσματα υγείας, να περιορίσουμε την οικονομική
και κοινωνική επιβάρυνση και να οικοδομήσουμε μια πιο υγιή και ανθεκτική
κοινωνία».






