Καλωσήλθατε στο ειδησεογραφικό site του Φαρμακευτικού Κόσμου. 'Αμεση, έγκυρη και ποιοτική ενημέρωση για το φάρμακο και την υγεία.
Επάγγελμα: Φαρμακοποιός

τελευταία νέα

Ειρήνη Μαρκάκη: Διαφάνεια και έλεγχος οι λέξεις κλειδιά για τις ελλείψεις φαρμάκων
Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Φαρμακαποθηκαρίων αναλύει τις προτάσεις της στο f.daily
Ισχυρά τα ηλεκτρονικά φαρμακεία στην αγορά των καλλυντικών
'Ανοδο παρουσιάζει στην Ελλάδα η ανδρική περιποίηση, σύμφωνα με μελέτη της ICAP CRIF

Ηλίας Λάγιος (1958-2005)

4/4/2008
...βουτηγμένος στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Εκτύπωση
Μεγέθυνση Γραμμάτων Σμίκρυνση Γραμμάτων Αρχικό Μέγεθος


Από το
Νίκο Λιονάκη

Youi, alexis fokas, a cosmos, of dog the son, γεννημένος στην πορτοκαλότροφη άρτα της παναγίας ήπειρος, αστός από τα γεννοφάσκια μου, μα ερωτοχτυπημένος υμνωδός του προλεταριάτου καθώς σου ορίσθη και το θέλησα, μέθυσος, καλοφαγάς, βορβορώδης, όλους τους άντρες και τις γυναίκες αγαπώντας αλλά διόλου ερμαφρόδιτος, δρύινος, αργόσχολος, αβρός, υπερασπιστής του ταπεινού, πελάτης της πόρνης, αδιάφορος, αδιάφθορος, φαλλολάτρης και αιδοιόδουλος, του Θεού κασσανδρική φωνή λυκίσια, μεταφυσικός της ύλης, άθεος, σας προσκαλούμε, σας προσκαλώ εκ μέρους της ποίησης που είναι η συνείδηση και το ευοί ευάν της ιστορίας».

Με αυτούς τους στίχους και το ψευδώνυμο Αλέξης Φωκάς χτίζει την προσωπογραφία του και αποδίδει στον εαυτό του αδιακρίτως θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά, θεμελιώνοντας έτσι τη σχέση του όχι μονάχα με το κοινό, αλλά και με την ίδια την ποίηση. Τα συμπεράσματα που θα εξάγει κάποιος για τον Λάγιο, αν πάρει τοις μετρητοίς τους παραπάνω στίχους, μπορεί να είναι λανθασμένα και παραπλανητικά αλλά δε θα μπορούσε να είναι και εγκυρότερα, διότι τόσο ο ίδιος ο ποιητής όσο και η ποίησή του ανήκουν σε μια αινιγματική, πολυεπίπεδη και αποπροσανατολιστική διάσταση.

Ήταν ο Λάγιος ένας «καταραμένος» ποιητής όπως πολλοί τον χαρακτήρισαν; Η ζωή και το έργο του –σημαντικότερου ίσως– νεοέλληνα ποιητή, από την εισαγωγή του στη Φαρμακευτική Σχολή Αθηνών μέχρι και τον αδιευκρίνιστο θάνατό του, ξεδιπλώνονται σε αυτό το σύντομο αφιέρωμα, μέσα από τις πολύτιμες και σπάνιες αφηγήσεις δύο εκ των συνοδοιπόρων του, των ποιητών Γιώργου Κοροπούλη και Ιωσήφ Βεντούρα.

 

Τα πρώτα χρόνια

Ο Ηλίας Λάγιος γεννήθηκε στην Άρτα στις 5 Ιουλίου 1958 και έζησε εκεί ως την αρχή της εφηβείας του, οπότε η οικογένειά του μετακινήθηκε στο Ναύπλιο, για να εγκατασταθεί μετά από λίγα χρόνια στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ταυτόχρονα ξεκίνησε το μακρύ και πολυτάραχο ταξίδι του στην ποιητική δημιουργία. Η Σόλωνος, οι παράδρομοι των Εξαρχείων και του Κολωνακίου, η Σμολένσκι όπου έμενε αρχικά και η Βεΐκου στη συνέχεια, θα συνέθεταν το μικρόκοσμο όπου ο Λάγιος θα κινούνταν καθημερινά, θα γνωριζόταν και θα συναναστρεφόταν με ποιητές, λογοτέχνες, διανοούμενους, αλλά και ανθρώπους του περιθωρίου, όπως τελικά έζησε και ο ίδιος.

«Όταν έκανες παρέα μαζί του, ήταν ξεκάθαρο ότι εσύ ήσουν ένας μπουρζουάς, στην κυριολεξία, κι αυτός ένας άνθρωπος που ζούσε στο περιθώριο της αστικής ζωής. Ήταν ασύνδετη η παρουσία μου με τον Ηλία στους δρόμους. Ήταν μια ιδιοφυΐα που ζούσε με περιθωριακό τρόπο, χωρίς αυτό να το επέλεγε συνειδητά» αποτιμά με ειλικρίνεια ο ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας, στενός φίλος του Λάγιου τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια πριν φύγει από τη ζωή.

Αλλά ας ξετυλίξουμε το κουβάρι της έντονης ζωής του ποιητή από την αρχή.

Ο Ηλίας Λάγιος εργάζεται σε τυπογραφείο (1976-1980) και στη γκαλερί «Νέες Μορφές» (1981-1986), στη συνέχεια στο περιοδικό «Αντί» (1993-1996) και μέχρι το τέλος ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων. Εν τω μεταξύ, συχνάζει στο σπίτι των Βακαλό στην πλατεία Παπαδιαμάντη, όπου πολλοί νέοι συγκεντρώνονται για να συζητήσουν για τέχνη. Η δίψα του Λάγιου για δημιουργία βγαίνει δυναμικά στο προσκήνιο. Στην Παπαδιαμάντη, στα τέλη του ’79, γνωρίζει τον εικαστικό Άγγελο Παπαδημητρίου και συνεργάζονται σε έκθεσή του. Η παρέα αρχίζει να αποκτά μέλη sui generis, όπως τον ποιητή Κυριάκο Σταμέλο. Κάπου στο ’81, ο Λάγιος κυκλοφορεί το φιλολογικό περιοδικό «Ωλήν» με τους φίλους του Μίτσα Παλαιολόγου και Μανώλη Γιακουμάκη. Λίγο νωρίτερα, με έναν ποιητικό τρόπο (πώς αλλιώς άλλωστε;) ο Λάγιος γνωρίζεται με τον Γιώργο Κοροπούλη –τον άνθρωπο που το 1990 θα εξέδιδε το βιβλίο του «Τα κατά Αλέξιον και Μαρίαν» στο βιβλιοπωλείο της Εστίας– και σχηματίζουν τον πυρήνα της «παρέας Λάγιου», όπως τους αποκαλούσαν, όχι με τις καλύτερες προθέσεις, οι λογοτεχνικοί κύκλοι.

«Το ’78 έδινα για Ιατρική και δεν πέρασα. Στο διάκενο μέχρι να ξαναδώσω και να περάσω τελικά στην Οδοντιατρική, είχα μεγάλη περιέργεια για τις μεγάλες φοιτητικές συνελεύσεις εκείνης της περιόδου. Ο Γιώργος Αλεβιζόπουλος με πήγε σε μια συνέλευση της Φαρμακευτικής και τότε είδα πρώτη φορά τον Ηλία, που εκείνο το φεγγάρι την είχε... δει παραδοσιακός μπολσεβίκος» θυμάται ο Γιώργος Κοροπούλης, επιστήθιος και από τους λίγους πραγματικούς φίλους του Λάγιου. «Βγήκε καπνίζοντας τσιγάρο More, μιλώντας στους Κνίτες με στίχους του Ρίτσου, προκαλώντας ιδιάζουσα αμηχανία. Από το ακροατήριο, του απάντησα με στίχους Σεφέρη και ο Λάγιος μετά έψαχνε να βρει ποιος ήταν εκείνος που ήξερε τέτοιους στίχους. Μετά από καιρό καθόμουν στα σκαλιά της Νομικής. Ήρθε ο Ηλίας, μου μίλησε και δώσαμε ραντεβού το βράδυ στην ταβέρνα της Ξανθής στο λόφο του Στρέφη» διηγείται με ενθουσιασμό ο Γ. Κοροπούλης.


Οι ξέφρενες ποιητικές βραδιές

Από εκείνο το βράδυ ξεκινάει μια ξέφρενη πορεία της «παρέας Λάγιου» με ατελείωτες συζητήσεις περί ποίησης, απαγγελίες, πλάκες, και φυσικά μέρες και νύχτες ατελείωτου αλκοόλ σε ταβέρνες και μπαρ του κέντρου της Αθήνας. Το ατελείωτο αλκοόλ και το συνεχές μεθύσι υπήρξαν από πολύ νωρίς αναπόσπαστο μέρος του Λάγιου και της ποίησής του.

«Πίναμε ασταμάτητα και στο αποκορύφωμα απαγγέλαμε ποιήματα ο ένας μετά τον άλλο. Ένα βράδυ στο πρώην Τζάζιουμ στα Εξάρχεια, μεθυσμένοι σηκωθήκαμε και αναπαριστούσαμε τα ποίηματα που απαγγέλαμε με αποτέλεσμα να μας διώξουν με τις κλωτσιές». Ο Γ. Κοροπούλης, μνημονεύοντας ασταμάτητα ευτράπελα περιστατικά, εξηγεί γιατί ήταν λίγο στραβά τοποθετημένη η πινακίδα του μπαρ «Εν Δελφοίς» στο Κολωνάκι: «Είμαστε στο Εν Δελφοίς και καθόμαστε απ’ έξω την ώρα που ο μαγαζάτορας βάζει την ταμπέλα. Επειδή όμως ήμαστε μεθυσμένοι, όταν μας ρώτησε αν την έβαλε καλά, εμείς του είπαμε μια χαρά, κι έτσι έμεινε στραβή».


Ο ταχυδακτυλουργός της ποίησης

Είναι η εποχή που δημοσιεύονται τα βιβλία Αλέξη Φωκά: «Πρόοδοι εν προόδω» (1981) και Αλέξη Φωκά: «Ασκήσεις I-IX» (1984), το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «μια πράξη ιδρυτική, εκ προοιμίου, όλου του ποιητικού του προβληματισμού και της μετέπειτα πορείας του: της δικής του, της γενιάς του και όλης της μεταπολιτευτικής μας περιόδου ως τις μέρες μας».

Η ποιητική αυτή παρέα φαίνεται να προκαλεί άθελά της το λογοτεχνικό περίγυρο και τότε δημιουργείται η, κατά τον Κοροπούλη, μοιραία παρεξήγηση απέναντι στο πρόσωπο και το έργο του Λάγιου. Στην παρέα ανήκουν και οι Δ. Καψάλης και Μ. Γκανάς, με τους οποίους συνδημοσιεύονται οι συλλογές Τριώδιο (1991) και Ανθοδέσμη (1993), μια συλλογή με μπαλάντες για πόρνες και περιθωριακούς. Τα δύο αυτά βιβλία και η συνήθεια του Λάγιου να γράφει σκόρπιους στίχους της στιγμής πάνω σε αντικείμενα, κουτάκια μπίρας, χαρτοπετσέτες κτλ., σε συνδυασμό με την μποέμικη, και για κάποιους εκκεντρική, ζωή του Λάγιου και της «παρέας» έδωσαν αφορμή σε πολλούς να τον χαρακτηρίσουν «καταραμένο» ποιητή. Μάλιστα, λόγω της γραφής αυτού του «μαέστρου της τεχνικής», οι διανοούμενοι άρχισαν να κάνουν λόγο για «επαναφορά του παραδοσιακού στίχου από τον Λάγιο, και δώστου οι αναλύσεις» αναφέρει δεικτικά ο Γ. Κοροπούλης, αφού «όλα αυτά για τον Λάγιο ήταν ένα παιχνίδι».

Όλη η ουσία στην ποίηση του Λάγιου είναι ο τρόπος που παίζει με τις παλιές και νέες ποιητικές φόρμες, πράγμα που πηγάζει από την αστείρευτη γνώση και μνήμη του: «Η γλώσσα του μεικτή, επιλεκτική, καταλήγει σε μία ιδιόλεκτο που τολμά να συνδυάζει όλα τα γλωσσικά επίπεδα της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο, από την κοινή νεοελληνική ως τη λαϊκή του πεζοδρομίου, μαζί με τη γλωσσοπλαστική του δεινότητα που χρήζει συστηματικής μελέτης» έγραφε η Άντεια Φραντζή στο «Αντί».

«Ο ίδιος έλεγε: “είμαι ένας εξαιρετικός τεχνίτης, δεν ξέρω αν είμαι και ένας ποιητής με ταλέντο”. Κανείς δεν μπορούσε να του παραβγεί στην τεχνική. Ο Λάγιος, αυτό τον τρόπο της υπονόμευσης του στίχου, δηλαδή την παρωδία με την κλασική της μορφή, δεν την έκανε με τρόπο υπονομευτικό. Όμως το περιεχόμενο της μορφής ήταν ήδη κάτι που δεν ήταν συμβατό ούτε με τον νεοκλασικισμό ούτε με το ρομαντισμό ή κάτι άλλο. Απλώς η θεματική του ήταν σύγχρονη κι έτσι από μόνο του αυτό έδινε καινούρια μορφή στο ποίημα, όπως συμβαίνει και με το προτελευταίο του έργο “Η αρπαγή της κούτας” (2003)», αναφέρει ο Ιωσήφ Βεντούρας.

Ο Γ. Κοροπούλης επιμένει ότι έγραφε παρωδίες. «Ξεκινούσε από κάτι που μνημόνευε, στη συνέχεια περνούσε σε άλλο στιλ και ούτω καθεξής. Αυτό έκανε ο Ηλίας, και δεν τον ξεπερνούσε κανείς».


Ο τελευταίος χρόνος

Η παρέα διαλύθηκε κάπου στο ’96 και ένας σημαντικός λόγος ήταν το αλκοόλ. «Ξεκόψαμε γιατί δεν μπορούσα να βλέπω το φίλο μου να παίρνει την εικόνα του “καταραμένου” που προσπαθούσαν οι δήθεν θαυμαστές του να του κολλήσουν» εκμυστηρεύεται με θλίψη και θυμό ο Γιώργος Κοροπούλης.

Από τότε μέχρι το τέλος ο Λάγιος εξέδωσε τα εξής: «Η ιστορία της λαίδης Οθέλλος», «Το βιβλίο της Μαριάννας», «Η έρημη γη», «Μουζικούλες», «Το εικοσιτετράωρο της Δηούς», «Θεατρολογία», «Της γυναικογυναίκας», «Πράξη υποταγής», «Η αρπαγή της κούτας», «Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία», «Κωστής Παλαμάς – κι έχω από σας μια δόξα να ζητήσω», ενώ επιμελήθηκε τα: «Ο μικρός ήρως», «Κόναν ο βάρβαρος», «Σκαραβαίοι και τερρακόττες», «Το σημάδι του Ζορρό», «Ο Ταρζάν στο κέντρο της γης», «Η ασάλευτη ζωή», και μετέφρασε το «Μαύρο φώς» του Richard Burns.

«Τον τελευταίο χρόνο είχε ξεκόψει από όλους και συναντιόταν μόνο μαζί μου, τον Νάσο Βαγενά και τον εκδότη του. Πάντα έλεγε ότι θα αυτοκτονήσει, έκανε παιχνίδια με το θάνατο, έμπαινε στη μέση του δρόμου μεθυσμένος και τελευταία στιγμή απέφευγε τα αυτοκίνητα, απειλούσε ότι θα πέσει από ταράτσες, από μπαλκόνια. Όμως, τις τελευταίες μέρες βρισκόταν σε μια ψυχική ανάκαμψη διότι είχε σχέδια, είχε αρχίσει να προγραμματίζει διάφορες δουλειές, ήταν ευχαριστημένος» θυμάται ο Ιωσήφ Βεντούρας.

Το μοιραίο έγινε στις 5 Οκτωβρίου 2005. Ο Λάγιος βγήκε στο μπαλκόνι και κρεμάστηκε από τα κάγκελα με τα χέρια του... Ένα μήνα μετά απεβίωσε.

Ο μύθος του «καταραμένου» ποιητή, που τόσο πουλάει στην τέχνη, αυτοεκπληρώθηκε. «Ο Ηλίας δεν ήταν καταραμένος, ήταν βουτηγμένος στο αμνιακό υγρό της ποίησης» θα επιμείνει ο Γιώργος Κοροπούλης.


Εκτύπωση
Μεγέθυνση Γραμμάτων Σμίκρυνση Γραμμάτων Αρχικό Μέγεθος

Διαβάστε επίσης

Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Φαρμακαποθηκαρίων αναλύει τις προτάσεις της στο f.daily






Σχετικά άρθρα

Έξαλλος ο ΠΦΣ με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Νεφροπαθών
Απαντά με επιχειρήματα γιατί τα ΦΥΚ πρέπει να διανέμονται από τα ιδιωτικά φαρμακεία
17,5 εκατ. θα πάρουν τα φαρμακεία για την εγγραφή στον προσωπικό γιατρό
Η σχετική πλατφόρμα για τους φαρμακοποιούς θα είναι έτοιμη το Σεπτέμβριο
Αδύνατη η χορήγηση ΦΥΚ από τα ιδιωτικά φαρμακεία
Για το χρονικό διάστημα που θα είναι κλειστές οι φαρμακευτικές εταιρείες