Καλωσήλθατε στο ειδησεογραφικό site του Φαρμακευτικού Κόσμου. 'Αμεση, έγκυρη και ποιοτική ενημέρωση για το φάρμακο και την υγεία.
Συμβουλές ομορφιάς

τελευταία νέα

Βγήκε η εγκύκλιος του ΕΟΠΥΥ για την υποβολή των συνταγών
Πρέπει να επικαιροποιηθούν τα προγράμματα των φαρμακείων, επισημαίνει ο ΦΣΘ
1,6 δισ. ευρώ πληρώσαμε από την τσέπη μας για φάρμακα το 2021
Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΦΕΕ

Φυσικά καλλυντικά: Η υγεία στην υπηρεσία της ομορφιάς

20/1/2010
Με τον όρο «φυσικά καλλυντικά» εννοούμε προϊόντα τα οποία δεν περιέχουν πρόσθετες χημικές ουσίες και έκδοχα. Η παραγωγή φυσικών καλλυντικών απαιτεί χρόνο, κόπο και εξειδίκευση.
Εκτύπωση
Μεγέθυνση Γραμμάτων Σμίκρυνση Γραμμάτων Αρχικό Μέγεθος
main photo



Από την
Ελένη Θεολόγη,
φαρμακοποιό

Τα φυσικά καλλυντικά έχουν σημαντική εξέλιξη τα τελευταία χρόνια και το ποσοστό των καταναλωτών που τα προτιμούν αυξάνει διαρκώς.

Οι λόγοι για τους οποίους τα καλλυντικά αυτά κερδίζουν χώρο στην αγορά είναι:

Η ευαισθητοποίηση των σύγχρονων ανθρώπων σε θέματα περιβάλλοντος, που συνεπάγεται αυτομάτως και την ευαισθητοποίησή τους στη χρήση καλλυντικών φιλικών προς το περιβάλλον.

Η καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών, που οδηγεί στην αυξανόμενη απαίτηση η ομορφιά να συμβαδίζει με την υγεία.

Η συνολική τάση των ανθρώπων προς ό,τι είναι βιολογικό και φυσικό, η οποία παρατηρείται σε όλους τους τομείς της αγοράς (τρόφιμα, είδη οικιακής χρήσης κτλ.).

Η αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των καταναλωτών, λόγω της δημοσιοποίησης ερευνών που ενοχοποιούν ουσίες των καλλυντικών, κυρίως έκδοχα (ανενεργά συστατικά), όπως συντηρητικά κ.ά.

Στις μέρες μας, οι καλά ενημερωμένοι καταναλωτές προτιμούν καλλυντικά παρασκευασμένα με φυσικά συστατικά.

Η τάση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η μακρόχρονη υγεία του δέρματος είναι συχνά συνυφασμένη -από παλαιότερες εποχές- με τη χρήση φυσικών συστατικών σε προϊόντα προστασίας του δέρματος.

Τα προϊόντα αυτά είναι δοκιμασμένα και συμβατά με το ανθρώπινο δέρμα, και χωρίς να είναι λιγότερο δραστικά, προσφέρουν ολοκληρωμένη πιο ήπια φροντίδα.

 

Πότε ένα προϊόν είναι φυσικό

 

Με τον όρο «φυσικά καλλυντικά» εννοούμε προϊόντα τα οποία δεν περιέχουν πρόσθετες χημικές ουσίες και έκδοχα. Η παραγωγή φυσικών καλλυντικών απαιτεί χρόνο, κόπο και εξειδίκευση. Μετά την ανεύρεση των πρώτων υλών ακολουθεί βιολογική επεξεργασία των συστατικών και πολλές έρευνες ώστε να προκύψουν καλλυντικά με τα επιθυμητά αποτελέσματα.

 

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να χαρακτηρίζεται ένα καλλυντικό προϊόν ως φυσικό, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι παρακάτω όροι:

 

• Να υπάρχει κάποια βιολογική πιστοποίηση ανεξάρτητου οργανισμού διεθνούς κύρους.

• Να αναγράφονται τα συστατικά του προϊόντος και η εταιρεία παραγωγής.

• Η εταιρεία να έχει γενικότερα «πράσινη» πολιτική.

• Να χρησιμοποιούνται ανακυκλώσιμα υλικά συσκευασίας.

• Να μη γίνονται πειράματα σε ζώα.

• Να μη γίνεται κατάχρηση του τοπικού πλούτου για την εξοικονόμηση των πρώτων υλών.

 

Τα τελευταία πέντε χρόνια έγινε μια επανάσταση στο χώρο των καλλυντικών σε Ευρώπη και Αμερική. Πρόκειται για τα eco ethical προϊόντα και επιχειρήσεις. Αυτά υπόκεινται σε πολύ αυστηρούς ελέγχους με ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια.

 

Τα eco ethical καλλυντικά δεν έχουν μόνο την έγκριση των οργανισμών φαρμάκων της Ευρώπης και Αμερικής αντίστοιχα, ούτε μόνο την έγκριση των μεγάλων διεθνών οργανισμών βιολογικής πιστοποίησης. Υπόκεινται και στον έλεγχο διεθνών ανεξάρτητων οργανισμών όπως η FTO ή Ethical Junction. Οι οργανισμοί αυτοί διασφαλίζουν όχι μόνο την άριστη ποιότητα των προϊόντων αλλά και μια γενικότερη περιβαλλοντική και κοινωνική πολιτική των επιχειρήσεων στις οποίες παρέχουν πιστοποίηση.


Κατηγορίες φυσικών καλλυντικών

 

Με γνώμονα τη σύστασή τους διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:

 

• Φυσικά καλλυντικά: Είναι τα καλλυντικά που όλα τους τα συστατικά, ενεργά και έκδοχα, προέρχονται από φυσικές, μη χημικά επεξεργασμένες και μη ζωικές ουσίες.

• Φυσικής προέλευσης καλλυντικά: Τα ενεργά συστατικά τους είναι φυσικές ουσίες, αλλά στα έκδοχά τους μπορεί να περιέχονται και ποσότητες συνθετικών ουσιών. Το ποσοστό των φυτικών ουσιών τους κυμαίνεται από 10-80% δεν φτάνει όμως το100%.

 

Όλες οι κατηγορίες των προϊόντων απευθύνονται σε απαιτητικό κοινό και έρχονται να καλύψουν κενά της αγοράς, καθώς η ζήτηση για λιγότερα χημικά επιβαρυμένα προϊόντα βαίνει σταθερά αυξανόμενη και η στροφή των καταναλωτών προς τα οικολογικά προϊόντα είναι πλέον γεγονός.


Σύστημα συντήρησης καλλυντικών

 

Το πρόβλημα της μικροβιακής αλλοίωσης των υλικών είναι γνωστό εδώ και πολλά χρόνια. Ειδικότερα στην κοσμετολογία, το σύστημα συντήρησης που θα επιλεχθεί για την προστασία του προϊόντος είναι από τα πιο σημαντικά θέματα. Τα περισσότερα καλλυντικά μπορεί να μολυνθούν από μικροοργανισμούς, καθώς αποτελούν καλό θρεπτικό υλικό για την ανάπτυξή τους.

 

Οι μικροοργανισμοί προκαλούν:

 

• αποχρωματισμό του προϊόντος

• δυσάρεστη οσμή

• αλλεργίες και ερεθισμό του δέρματος λόγω διάσπασης κάποιων συστατικών

• διαχωρισμό φάσεων γαλακτωμάτων

• αλλαγές στις φυσικοχημικές ιδιότητες του καλλυντικού προϊόντος (αλλαγή ιξώδους, pH).

 

Απαραίτητο, λοιπόν, είναι ένα σύστημα συντήρησης ώστε να επιτυγχάνεται η ασφάλεια του προϊόντος κατά την αποθήκευσή του, αλλά και κατά τη διάρκεια της χρήσης του από τον καταναλωτή.

 

Η συντήρηση καλλυντικών προϊόντων είναι περίπλοκο θέμα γιατί πρέπει να ληφθούν υπόψη πολυάριθμοι παράγοντες, οι πιο σημαντικοί από τους οποίους είναι:

 

• η μορφή του καλλυντικού (υγρό, σκόνη, γαλάκτωμα)

• η ποσότητα του θρεπτικού υλικού που αποτελεί καλό υπόστρωμα για την ανάπτυξη και επιβίωση μικροοργανισμών (νερό, υδρογονάνθρακες, πρωτεΐνες, φωσφολιπίδια)

• η οξύτητα ή η αλκαλικότητα του προϊόντος

• η παρουσία συστατικών που έχουν μικροβιοκτόνες ιδιότητες

• οι μικροοργανισμοί που πιθανώς θα εμπλακούν κατά την παρασκευή του καλλυντικού.


Tι είναι τα συντηρητικά και γιατί χρησιμοποιούνται

 

Με τον όρο «συντηρητικά» εννοούμε μια σειρά χημικών ουσιών, οι οποίες χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά προκειμένου να καταστρέψουν ή να εμποδίσουν την ανάπτυξη μικροοργανισμών κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, της αποθήκευσής τους και τελικά κατά τη χρήση τους από τον καταναλωτή. Οι λόγοι που επιβάλλουν τη συντήρηση των καλλυντικών και των φαρμακευτικών προϊόντων είναι δύο: Ο πρώτος είναι η διαφύλαξη του προϊόντος κατά τη διάρκεια της αποθήκευσής του, ώστε να μην αλλοιωθεί και χάσει τις ιδιότητες για τις οποίες έχει σχεδιαστεί. Ο δεύτερος έχει να κάνει με την πιθανότητα πρόκλησης μόλυνσης στον καταναλωτή από τη χρήση μη επαρκώς συντηρημένων και συνεπώς επιμολυσμένων προϊόντων.

 

Η κάθε μονάδα παραγωγής καλλυντικών προϊόντων οφείλει να εξασφαλίζει τις απαραίτητες συνθήκες καθαριότητας στους χώρους και στα μηχανήματά της. Η μείωση της πιθανότητας μόλυνσης του προϊόντος εξαρτάται και από το βαθμό καθαρότητας του χρησιμοποιούμενου νερού, το οποίο θα πρέπει να είναι απαλλαγμένο από προσμείξεις και μικροοργανισμούς, καθώς και από την καθαρότητα των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών.

 

Αντίθετα, οι συνθήκες χρήσης του προϊόντος από τον καταναλωτή ή η ενδεχόμενη ακατάλληλη χρήση του δεν μπορούν να ελεγχθούν εύκολα. Στην πράξη, ένα προϊόν προσωπικής φροντίδας είναι επανειλημμένα εκτεθειμένο σε μικροοργανισμούς που μπορεί να προέρχονται από τα χέρια, το σίελο, τους υδρατμούς κ.α. Επίσης, οι συνθήκες που επικρατούν σε ένα κοινό καθημερινό λουτρό (ζέστη, ατμοί) αποτελούν ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και τη δράση μικροοργανισμών.

 

Σε μια μελέτη των δυσμενών επιπτώσεων των καλλυντικών προϊόντων, η οποία πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του FDA, κατά τη διάρκεια των ετών 1977-1980, τα συντηρητικά συστατικά, σαν ομάδα, είναι τα δεύτερα, μετά τα αρώματα, σε επικινδυνότητα για περιστατικά δερματικών αντιδράσεων. Τέτοιου είδους μελέτες είναι υπεύθυνες σε ένα μεγάλο μέρος για την εισαγωγή των βασικών ρυθμιστικών κανόνων για την αξιολόγηση των συστατικών των καλλυντικών γενικότερα.

 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Επιστημονική Επιτροπή Κοσμετολογίας (SCC) ιδρύθηκε το 1978 προκειμένου να βοηθήσει τις ευρωπαϊκές χώρες-μέλη στην εφαρμογή της σχετικής κοινοτικής οδηγίας 76/768/EEC, η οποία ρυθμίζει την παραγωγή και πώληση καλλυντικών προϊόντων.

 

Το 1982, η SCC εισήγαγε τους κανόνες για τον έλεγχο των συστατικών των καλλυντικών με σκοπό την εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών χρήσης από τους καταναλωτές. Οι κανόνες αυτοί, που επαναπροσδιορίστηκαν το 1990, καθορίζουν τις τοξικολογικές μελέτες και τις διαδικασίες ελέγχου που είναι πλέον προαπαιτούμενες για την ασφαλή αξιολόγηση των συστατικών των καλλυντικών. Η λίστα Annex VI της κοινοτικής οδηγίας είναι μια θετική λίστα συντηρητικών, τα οποία βρέθηκε να ικανοποιούν τις παραπάνω καθορισμένες απαιτήσεις. Η λίστα, η οποία δημοσιεύθηκε το 1986, περιέχει 51 συντηρητικά καλλυντικών που επιτρέπονται υπό οριοθετημένες συγκεντρώσεις και υπό συγκεκριμένους περιορισμούς στη χρήση. Επιπρόσθετα, η λίστα αυτή περιέχει 3 επιπλέον συντηρητικά, τα οποία επιτρέπονται προσωρινά.


Στροφή στα φυσικά προϊόντα ως συντηρητικά των καλλυντικών

 

Οι διφορούμενες απόψεις που επικρατούν σχετικά με την ασφάλεια από τη χρήση των parabens δημιουργούν την ανάγκη εύρεσης νέων τρόπων και μεθόδων συντήρησης των καλλυντικών. Ένας από τους μελλοντικούς εναλλακτικούς δρόμους δείχνει να οδηγεί στο χώρο των φυσικών προϊόντων.

 

Φυσικά συντηρητικά μπορούν να θεωρηθούν το κοινό μαγειρικό αλάτι, η ζάχαρη, το οινόπνευμα, το μέλι, τα αιθέρια έλαια.

Συμπληρωματικά, μπορεί κανείς να μιλήσει και για φυσικές μεθόδους συντήρησης, όπως είναι η θέρμανση, η κατάψυξη και η ξήρανση. Η προσέγγιση αυτή της συντήρησης, αν και είναι πολύ περισσότερο αποδεκτή από μεγάλη μερίδα καταναλωτών, με σχετικά υψηλό βαθμό οικολογικής συνείδησης, εντούτοις είναι προς το παρόν οικονομικά μη συμφέρουσα για τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των καλλυντικών προϊόντων.

 

Τα τελευταία χρόνια, μελέτες δείχνουν ότι συστατικά όπως τα αιθέρια έλαια μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν συντηρητικά, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με κάποιο άλλο συνθετικό συντηρητικό, το οποίο προφανώς θα χρησιμοποιηθεί σε μικρότερη συγκέντρωση στο προϊόν.


Καλλυντικά χωρίς συντηρητικά

 

Υπάρχουν τρόποι να παρασκευαστούν καλλυντικά τα οποία να είναι ασφαλή και στα οποία να μην έχουν προστεθεί συντηρητικά. Οι τρόποι αυτοί είναι:

 

• Ειδική συσκευασία: Να προτιμώνται τα σωληνάρια ή γενικότερα συσκευασίες που ελαχιστοποιούν την πιθανότητα μόλυνσης από τον καταναλωτή. Προτιμότερα βέβαια και ασφαλέστερα είναι οι μονοδόσεις και τα προϊόντα μίας χρήσεως, αυτό όμως δεν είναι πάντα εφικτό.

• Αιθέρια έλαια: Τα αιθέρια έλαια έχουν εξαιρετικές αντιμικροβιακές ιδιότητες και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν φθηνή και ασφαλή εναλλακτική λύση για τη συντήρηση των καλλυντικών, έναντι των συνθετικών συντηρητικών. Συνήθως όμως δεν χρησιμοποιείται τέτοια ποσότητα ελαίων στα καλλυντικά ώστε να επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο.

• Χρήση γλυκόζης και ενζύμων: Όταν η γλυκόζη συνδυάζεται κατάλληλα με την λακτοϋπεροξειδάση και τη γλυκοξειδάση, υπό την παρουσία αλογονομένων και ψευδοαλογονομένων αλάτων, τότε οι παραγόμενες φόρμουλες δεν χρειάζονται επιπλέον προστασία. Ενώ κάθε συστατικό ξεχωριστά αποτελεί θρεπτικό υλικό για τους μικροοργανισμούς, ο κατάλληλος συνδυασμός τους δίνει ένα μείγμα που δημιουργεί εχθρικό περιβάλλον γιΆ αυτούς. Το μείγμα αυτό είναι γνωστό με την εμπορική ονομασία Mayavert C. Όταν χρησιμοποιείται, απαιτείται θερμοκρασία μικρότερη των 40οC και pH 4-6.

• Μείωση διαθεσιμότητας νερού: Ορισμένες συνταγές καλλυντικών εμποδίζουν την ανάπτυξη μικροοργανισμών από την ίδια τους τη σύνθεση. Με τον όρο διαθεσιμότητα του νερού εννοούμε ουσιαστικά το νερό που είναι διαθέσιμο για την επιβίωση και την ανάπτυξη του μικροοργανισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το διαθέσιμο νερό δεν είναι ισοδύναμο με το συνολικό νερό που προστίθεται στη φόρμουλα του προϊόντος. Οι απαιτήσεις των μικροοργανισμών σε διαθέσιμο νερό για την επιβίωσή τους ποικίλει από είδος σε είδος. Έτσι, τα βακτήρια χρειάζονται μεγαλύτερη ποσότητα διαθέσιμου νερού από τους μύκητες, γεγονός που τα κάνει πιο ευαίσθητα. Εάν ένα προϊόν έχει ποσότητα διαθέσιμου νερού μικρότερη από 0,70, η πιθανότητα μικροβιολογικής μόλυνσης είναι μηδαμινή. Σπουδαίο ρόλο παίζει και το ποσοστό υγρασίας στους χώρους αποθήκευσης.

• Συμπιεσμένες πούδρες: Μορφή στην οποία δεν είναι απαραίτητη η προσθήκη συντηρητικών, γιατί ακόμα κι αν υπάρχουν μικροοργανισμοί είναι σε στατική φάση και όχι σε φάση ανάπτυξης, άρα δεν είναι επικίνδυνοι για τον καταναλωτή.

• Υδρο-αλκοολικά προϊόντα: Τα προϊόντα αυτής της κατηγορίας περιέχουν περισσότερο από 20% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και δεν παρουσιάζουν προβλήματα μικροβιακής επιμόλυνσης.

• Άνυδρα προϊόντα που περιέχουν λάδια: Καθώς έχουν σχεδιαστεί να μην περιέχουν καθόλου νερό, είναι ασφαλή. Κίνδυνος επιμόλυνσης υπάρχει από την έκθεσή τους σε νερό κατά τη διάρκεια χρήσης τους από τον καταναλωτή.

• Προϊόντα με βάση κεριά και προϊόντα στικ: Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες κατά την παρασκευή τους τα απαλλάσσουν από τους μικροοργανισμούς.


Εκτύπωση
Μεγέθυνση Γραμμάτων Σμίκρυνση Γραμμάτων Αρχικό Μέγεθος

Διαβάστε επίσης

Με το 100% φυσικό φίλτρο ΖΑΝΟ® 20
Απαγορεύει επισημάνσεις και εικονίδια για συστατικά φυτικής προέλευσης






Σχετικά άρθρα

Εμμηνόπαυση και καλοκαίρι: Οδηγίες για τη φροντίδα του δέρματος
Από τη Δέσποινα Αρναούτογλου, Δερματολόγος-Αφροδισιολόγος, Master Αισθητικής Ιατρικής, Μέλος Επιστημονικής Επιτροπής της Ελληνικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης
Ακμή: Μπορούν τα προβιοτικά να τη θεραπεύσουν;
Γράφει ο Δρ Χρήστος Στάμου, Δερματολόγος - Αφροδισιολόγος
Προϊόντα για τα μαλλιά: Πόσο απαραίτητα μας είναι;
Έρευνα από το γερμανικό Σύνδεσμο Καλλυντικών & Αρωμάτων δίνει την απάντηση
ΠΣΒΑΚ: Οι e-πωλήσεις καλλυντικών μετά την πανδημία
Η ανοδική αύξηση θα συνεχιστεί