Φαρμακευτικός Κόσμος, Τεύχος #151

ΑNAΓΝΩΡΙΣΗ Όπως προαναφέρθηκε, η αναφυλαξία είναι συστηματική, πολυοργανική νόσος. Αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση αμιγώς δερματικού εξανθήματος σε ασθενή, για παράδειγμα, μετά τη λήψη φαρμάκου δεν είναι αναφυλαξία (πολύ συχνά, ακόμη και μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, υπάρχει σύγχυση). Η παρουσία πομφών ενδεχομένως σε όλο το σώμα ή/και οιδήματος στα χείλη και τα βλέφαρα, που δεν συνοδεύονται από ευρήματα από άλλα συστήματα, ονομάζεται οξεία κνίδωση ή/και αγγειοοίδημα, αντίδραση ήπια κατά κανόνα και ακίνδυνη. Για να χαρακτηρισθεί μια αντίδραση αναφυλακτική απαιτούνται συνήθως δερματικά συμπτώματα, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, μαζί με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: Από το αναπνευστικό σύστημα: αίσθηση οιδήματος στο λάρυγγα, βράγχος φωνής, ρινική συμφόρηση, αλλαγή στη χροιά της φωνής (ή του κλάματος για μικρά παιδιά), βήχας, συριγμός ή δύσπνοια. Από το γαστρεντερικό σύστημα: ναυτία, δυσκαταποσία, έμετος, διάρροιες, κοιλιακό άλγος ή, στις γυναίκες, πόνοι στην κοιλιά που μοιάζουν με πόνους εμμηνορρυσίας. Από το νευρικό σύστημα: ζάλη, θόλωση στην όραση, αστάθεια, εφιδρώσεις. Από το καρδιαγγειακό σύστημα: θωρακικό άλγος, λιπο- θυμία, πτώση πίεσης (αναφυλακτικό shock). Στην αναφυλαξία, όπως προαναφέρθηκε, στις περισσό- τερες περιπτώσεις υπάρχουν δερματικά συμπτώματα. Κατ’εξαίρεση, αν ένας ασθενής που γνωρίζουμε ότι είναι αλλεργικός σε κάποιον παράγοντα εκτέθηκε σε αυτόν (π.χ. έφαγε γαρίδες) έχει τη διάγνωση της αναφυλαξίας αν εμφανίζει ένα από τα παραπάνω συστηματικά συμπτώ- ματα (π.χ. μόνο δυσκολία στην αναπνοή) ακόμη και χωρίς δερματικές εκδηλώσεις. Η αναφυλαξία χαρακτηρίζεται από οξεία έναρξη καθώς, κατά κανόνα, τα συμπτώματα εμφανίζονται από λίγα μέχρι το πολύ 30-60 λεπτά από το ερέθισμα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, και μόνο σε περίπτωση τροφικής αλλεργίας, μπορεί να εκδηλωθεί στο δίωρο από την κατανάλωση τροφής. Τα συμπτώματα δεν είναι απαραίτητο να εμφανισθούν ταυτόχρονα: συνήθως προηγούνται τα δερματικά και σταδιακά εμφανίζονται και τα υπόλοιπα. ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ Η αντιμετώπιση της αναφυλαξίας είναι πολύπλευρη. Κατ’αρχάς, ο ασθενής που βίωσε για πρώτη φορά κάποιου είδους αντίδραση οφείλει να επισκεφθεί τον αλλεργιολόγο του, ο οποίος θα λάβει το ιστορικό, θα το εκτιμήσει και θα αξιολογήσει την ανάγκη περαιτέρω εργαστηριακού ελέγχου. Ο έλεγχος κατά κανόνα περιλαμ- βάνει δερματικές δοκιμασίες και αιματολογικές εξετάσεις (γνωστές ως RAST), οι οποίες θα αναδείξουν την ύπαρξη των καθοριστικών για την αλλεργική αντίδραση ειδικών αντισωμάτων IgE και θα προσδιορίσουν τον υπεύθυνο αλλεργιογονικό παράγοντα (π.χ. πρωτεΐνη τροφίμου, φαρμακευτική ουσία, δηλητήριο μέλισσας ή σφήκας). 69

RkJQdWJsaXNoZXIy MjA0NzY=