Φαρμακευτικός Κόσμος, Τεύχος #203

Οι αλλεργικές εκδηλώσεις, όπως το ατοπικό έκζεμα, το άσθμα, η αλλεργική ρινίτιδα και η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, επηρεάζουν συνολικά ποσοστό περίπου 20% του πληθυσμού παγκοσμίως με ταχέως αυξανόμενο επιπολασμό κατά τις τελευταίες δεκαετίες (12) . Αλλεργίες Μηχανισμοί αντιδράσεων & φαρμακευτική αντιμετώπιση ΑΛΛΕΡΓΙΚΟ ΑΣΘΜΑ Το άσθμα είναι η πιο κοινή χρόνια πνευμονοπάθεια που επηρε- άζει 300 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως με τουλάχιστον 250.000 θανάτους ετησίως και με σημαντική κοινωνικο-οικονομι- κή επιβάρυνση. Ορίζεται ως μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος των αγώγιμων αεραγωγών που χαρακτηρίζεται από βρογχική υπερα- ντιδραστικότητα, αναδιαμόρφωση του τοιχώματος και στένωση των αεραγωγών (11) . Αναδιαμόρφωση των αεραγωγών Η αναδιαμόρφωση των αεραγωγών είναι βασικό χαρακτηριστικό του άσθματος και παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της νόσου. Πρόσφατες μελέτες έχουν ενοχοποιήσει τις σημαφορίνες και τις πλεξίνες (άξονας Sema3E/PlexinD1) για τη φλεγμονή και την αναδιαμόρφωση των αεραγωγών στο αλλεργικό άσθμα (11) . Επιπλέον, το περιβαλλοντικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων των ιών, των ρύπων, του καπνού του τσιγάρου και των αλλεργιογόνων, παίζει κεντρικό ρόλο στον τραυματισμό του επιθηλίου. Οι πρωτεάσες αλλεργιογόνων, όπως η Derp1 και η Aspf13, έχει αποδειχθεί ότι επάγουν άμεσα την υπεραπόκριση των αεραγωγών και προκαλούν μορφολογικές και μοριακές τροποποι- ήσεις στα ανθρώπινα κύτταρα, συμβάλλοντας στη φλεγμονώδη διαδικασία και στην αναδιαμόρφωση των αεραγωγών (1) . Αντιμετώπιση Κύριος στόχος της φαρμακευτικής αγωγής είναι η μείωση των συ- μπτωμάτων, με ταυτόχρονη διατήρηση φυσιολογικού επιπέδου δρα- στηριότητας, πρόληψη παροξύνσεων και πρόληψη της απώλειας της πνευμονικής λειτουργίας. Στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τον μακροπρόθεσμο έλεγχο του άσθματος περιλαμβάνονται (6) : Ο ι παγκόσμιες τάσεις αυξανόμενης αστικοποίησης και ταχείας αύξησης του πληθυσμού συμβάλλουν σε αλλαγές στον τρόπο ζωής και στην έκθεση σε περιβαλλοντικούς επιβαρυντικούς παράγοντες (π.χ. ατμοσφαιρική ρύπανση, λοιμώξεις κ.ά.) που επηρεάζουν τους ατο- πικούς αλλεργικούς μηχανισμούς (12) . ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΑΛΛΕΡΓΙΚΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ Η αλλεργική αντίδραση προκαλείται από ειδικές αντιδράσεις που επάγονται από την ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE) έναντι αλλεργιογόνων. Η IgE παράγεται ως αποτέλεσμα πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ Β-κυττάρων, Τ-κυττάρων, μαστοκυττάρων και βασεόφι- λων και περιλαμβάνει πολλαπλές κυτοκίνες, όπως οι ιντερλευκίνες IL-4, IL-13 και IL-18. Κατά την έκθεση στο αλλεργιογόνο, αυτό προσλαμβάνεται από αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα (δενδριτικά και Β-κύτταρα) και υποβάλλεται σε επεξεργασία από μόρια του μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας ΙΙ (MHCΙΙ). Ως αποτέ- λεσμα, διαφοροποιούνται βοηθητικά κύτταρα Th2 που παράγουν κυτοκίνες (ιντερλευκίνες) και διεγείρονται υποδοχείς των Β-κυτ- τάρων, οι οποίοι επάγουν τη διαφοροποίηση των Β-κυττάρων σε πλασματοκύτταρα που παράγουν αντισώματα. Στη συνέχεια, η ειδική για το αντιγόνο IgE συνδέεται με υποδοχείς υψηλής συγ- γένειας (μόρια FcεR1) σε μαστοκύτταρα και βασεόφιλα. Κατά την επανέκθεση, το αντιγόνο/αλλεργιογόνο αναγνωρίζεται από τον υποδοχέα FcεR1 και τίθεται σε κίνηση ένας καταρράκτης μονο- πατιών που οδηγούν στην απελευθέρωση προσχηματισμένων βιοδραστικών μεσολαβητών όπως η ισταμίνη. Η απελευθέρωση αυτών των μεσολαβητών οδηγεί στην πρώιμη ή άμεση φάση της αλλεργικής απόκρισης (2) . Πετρίνα Μανθάκου, Βιολόγος, MSc, Μέλος επιστημονικής ομάδας f-anazitisi Διαχείριση παθήσεων στο φαρμακείο 26 Φεβρουάριος – Μάρτιος - Απρίλιος 2025 |

RkJQdWJsaXNoZXIy MjA0NzY=