Φαρμακευτικός Κόσμος, Τεύχος #150

133 - Ξεράθηκε το χορτάρι, λέει Εκείνη, πώς θα ξεκινήσουνε να παίζουνε; - Πάντα χωράφι ήταν εδώ μέσα, και τότε που πήγαμε στο Γουέμπλεϊ χειρότερα ήτανε. Αφού είπανε, είπανε οι τραγουδιστές, οι Μελίνες και οι λοιποί, στα τελειώματα βγήκανε κάτι Κρητικοί με τον αδερφό του επικεφαλής και πιάσανε τις τσικουδιές και τις μαντινάδες. Τον κλαίγαμε μέχρι το πρωί, έτσι απροκάλυπτα τον κλαίγαμε από ζωντανό. Και τι ξέραμε πριν; Ένα δίσκο μας είχε φέρει ο Μανώλης: - Ακούτε, ρε, να μαθαίνετε! Το «Χρονικό», «η Αρμυρή πατρίδα», το φως, το πάθος, το ξύλο της φωνής του… πώς τραγουδάνε οι αγιογραφίες, Θεέ μου; Ο προπλασμός, τα σαρκώματα, τα φωτίσματα, ο Πανσέληνος, ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Θεοφάνης ο Κρης, σε μια φωνή όλα. Το ακούγαμε και το ξανακούγαμε. Μετά μάθαμε και πηγαίναμε σε κάτι χαμηλοτάβανα μαγαζιά στην Πλάκα να τον ακούσουμε μέσα στην κάπνα, στον ιδρώτα, την έξαψη και τους μεταμφιεσμένους εσατζήδες, κι εκείνος εκεί με την ξύλινη φωνή του: «Σ’ του βούρκου μέσα τα νερά / ποια γλώσσα μου μιλάνε / αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά». Ποια γλώσσα του μιλάγανε, χαμπάρι δεν έπαιρνε. Πώς να τα χαμηλώσει εκείνα τα φτερά, που πάνω τους λες και βάσταγε όλη τη νιότη μαζί; Και μετά κείνο το Νοέμβρη, που μας ήρθε μόλις άνοιξε η «Αρχόντισσα» να πάμε να τον ακούσουμε, λαβωμένο, με μιαν αξιοπρέπεια που τους έκανε να ντρέπονται. Συνοδεία μάς πήγανε μέχρι το Σύνταγμα. Μην ξεχνάτε πάντα τους μεγάλους δρόμους τους φαρδιούς. Πόσες Πρωτοχρονιές γιορτάσαμε με τον τρελό καλόγερο από την Καππαδοκία που μας παρότρυνε: «Ω, μην κοιμάστε, ω μη νυστάζετε!» Κι όταν όλα τούτα περάσανε κι ήρθε εκείνο το φοβερά ερωτικό ’79. Απολυμένοι άρτι μετά 32 μήνες θητεία, έχουμε ξεχάσει πώς είναι να ’ναι κανείς πολίτης. Βρισκόμαστε σε μια Ψαρρού βγαλμένη από τα παραμύθια. Ο Μανώλης είχε την ταβέρνα της «Έρρικας», κι όσα βγάζαμε τόσα τρώγαμε. Κι έφερε «Το καπνισμένο τσουκάλι», που έπαιζε από το πρωί μέχρι το βράδυ: «ετούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά». Δε μας κυνηγούσε ο άνεμος, ο χρόνος μας κυνηγούσε κι ο έρωτας. Και κείνη η φωνή στα καλάμια, στη θάλασσα, στο μισάνοιχτο ψυγείο για να ‘χουμε λίγο φως μες στη νύχτα στο στρώμα της θάλασσας, ανάμεσα στα καρπούζια και τις μελιτζάνες. Συντροφιά αχώριστη παντού. Κι όταν φορτωνόμαστε τα απογέματα αποκαμωμένοι στο τρίκυκλο, όπως βούταγε ο ήλιος μεριά της Δήλου και κοκκινίζανε τα πάντα από το πάθος και το εξαντλημένο φως, ήθελε να αρχίσουμε: «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο μπορεί νάναι από αίμα». Μετά επειδή όλα τα ωραία τελειώνουνε, βρεθήκαμε στη Νίκαια ανάμεσα σ’ αυτά που νομίζαμε πως ξέραμε να κάνουμε. Άλλοι άνθρωποι διαφορετικοί, φίλοι, πελάτες, που ‘χανε κάνει την πορεία Χαϊδάρι-Άουσβιτς, σε βαγόνια ζώων, και σήκωνες το μανίκι να πάρεις την πίεση κι έβλεπες το σκαλισμένο νούμερο και σκαλιζότανε η καρδιά σου! Κι εκείνο το χέρι δεν ήξερες αν θα ‘πρεπε να το μετρήσεις ή να το προσκυνήσεις. Τα μεσημέρια πηγαίναμε στην προπόνηση του Ιωνικού. Με ένα δανεισμένο μηχανάκι, Σεπόλια-Νίκαια ήτανε καλύτερα, κι όταν το δάνειο επεστράφη η διαδρομή γινότανε με το λεωφορείο. Άγιοι Ανάργυροι-Αγία Παρασκευή-Καν Καν-Αθήνα-Νίκαια και με τα πόδια. Κι ήτανε καλά γιατί ήμαστε νέοι, κι ήτανε όλος ο κόσμος δικός μας και δε μας ένοιαζε τίποτα απ’ όλα αυτά… Ύστερα ανοίξαμε το ραδιάκι, εκείνο που ‘χαμε στο γραφείο κι ακούσαμε πως ο Νικόλας πέθανε. Κι άρχισε η ενηλικίωσή μας. Και, μαζί, τα όνειρά μας ετοιμάζανε τις λευκές τους σημαίες. #104 Ο Νίκος Κουσαθανάς είναι φαρμακοποιός, μέλος Φ.Σ. Κυκλάδων Δεκέμβριος 2006 / Ιανουάριος 2007 «Ω μην κοιμάστε, ω μη νυστάζετε...» μας τραγουδούσε ο Νίκος σε μουσική Γ. Μαρκόπουλου και στίχους Κ.Χ. Μύρη, αλλά πού εμείς; Εδώ ο «Κοιμισμένος», θαυμάσιος πίνακας του Διαμαντή Διαμαντόπουλου. Κοιμισμένος. Λάδι σε μουσαμά, 87 x 74 εκ., 1937-1949. Ιδιωτική συλλογή.

RkJQdWJsaXNoZXIy MjA0NzY=